Τώρα μου γλίτωσες, αλλά θα σε κανονίσω άλλη φορά....


Γράφει ο Γιάννης Πριφτάκης

Priftakis Giannis

Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΜΙΑΣ ΚΟΡΗΣ
[ Με αφορμή τη χθεσινή ( 06_ 11_ 2026 ) βαριά καταδίκη συνδημότη μας για αποπλάνηση κορασίδων ]
Η πολυμελής Ζαρακίτικη οικογένεια παραχείμαζε το κοπάδι της στις σπηλιές του Κότσικα , ένα μόλις χιλιόμετρο νότια από το χωριό Γλυκόβρυση , και δίπλα στο δρόμο που οδηγούσε από τα Ελοχώρια στους Μολάους. Πολυσύχναστος τότε δρόμος, , αφού οι Μπλάοι προτού ενισχυθούν οι γύρο κωμοπόλεις, αποτελούσε το ισχυρό εμπορικό και διοικητικό κέντρο της Επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς. Ήταν αρχές της δεκαετίας του πενήντα και η Άνοιξη είχε μπει για τα καλά .
Η μεγαλύτερη κόρη , το πρώτο παιδί της οικογένειας , γύρο στα δεκαεφτά της , είχε αναλάβει υποχρεώσεις από μικρή. Ο πατέρας της της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη.
Τις μέρες εκείνες έπρεπε να τακτοποιηθεί κάποια δοσοληψία της οικογένειας με ένα γνωστό καταστηματάρχη στους Μολάους. Μιας και πλησίαζε και το Πάσχα, ήταν ευκαιρία η κόρη να κάνει και τα ψώνια της: παπούτσια, καινούργιο φόρεμα και τα μικροστολίδια της ηλικίας.
Δεν πήρε ένα από τα δύο μεγάλα μαύρα μουλάρια της οικογένειας για να πάει στους Μολάους. Προτίμησε το γαιδουράκι μιας οικογενειακής φίλης , που έτυχε να το φιλοξενούν εκείνες τις μέρες. Στο δρόμο συναντήθηκε και με άλλους στρατολάτες και ταξιδιώτες που την προσπερνούσαν , αφού διέθεταν γρήγορα άλογα. Μάλιστα συναντήθηκε και με την χήρα Παπαδημητρίου από την Άνω Γλυκόβρυση , γνωστή στην οικογένεια, που κι αυτή διέθετε μία γρήγορη φοράδα, τη Μπίλιω, που τη στόλιζε με πολύχρωμες χάντρες και έστρωνε το σαμάρι πάντα με κόκκινη χνουδάτη καβαλικάδα. Πήγαινε στη μοναχοκόρη της , που φοιτούσε στο οκτατάξιο Γυμνάσιο Μολάων της εποχής εκείνης. Καλημερίστηκαν και η Παπαδημητρίου ρώτησε με ενδιαφέρον για την οικογένεια , ξεχωριστά για τον πατέρα, αλλά και για τον μικρό Γιώργο, που τον έλεγε Γούλο και τον συμπαθούσε ιδιαίτερα , επειδή τον είχε φροντίσει, όταν πέρασε μικρός μία περιπέτεια υγείας.
Η Μπίλιω, γρήγορη καθώς ήταν, δεν περίμενε το γαιδουράκι και ανέβαινε στην πλαγιά, ψηλά από τα Σταματακέηκα , σχεδόν καλπάζοντας. Η κόρη έμεινε πίσω και σχεδόν μόνη στο δρόμο. Δεν πολυβιαζόταν , αφού η ανοιξιάτικη μέρα της έδινε τα περιθώρια να κάνει τις δουλειές της και να γυρίσει με άνεση.
Στις πλαγιές ανέβαιναν χωρίς τσοπάνη δύο κοπάδια γίδια προς τα ψηλά της Κουρκούλας βόσκοντας τα πλούσια ροδάμια της εποχής. Η κόρη με το βλέμμα προς τα δυυικά , λόγω της γυναικείας στάσης πάνω στο σσμάρι, χαιρότανε την ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα και αγνάντευε με ευχαρίστηση τη θέα του Λακωνικού Κόλπου , που καταλήγοντας με το ημικυκλικό του σχήμα, οριοθετούσε την καταπράσινη πεδιάδα του Τρινάσου με τα πολλά χωριά που έδιναν κι έπαιρναν τα χρόνια εκείνα οι καλλιέργειες ρυζιού και μπαμπακιού.
Με αυτές τις εικόνες και τα ευχάριστα συναισθήματα., έφτασε στον αυχένα, στο Κιβούρι ή Ανάθεμα του Παστελή, για να θυμίζει τον προδότη από το Έλος, που έδειξε το δρόμο στη στρατιά του Ιμπραήμ, αλλά εκείνοι του επεφύλαξαν την τύχη του κάθε προδότη. Τον φόνευσα και τάφηκε στο σημείο εκείνο.
Έπαιρνε τώρα τον κατηφορικό δρόμο δεξιά από το βαθύ φαράγγι και ο γαιδαράκος επιταχύνοντας στην κατηφόρα έφτασε σε λίγη ώρα δίπλα στον κοκκινωπό Παλιόπυργο. Περιεργάστηκε για λίγο τον γιγάντιο μονοκόμματο βράχο με τα ερείπωμένα κτίσματα στην κορυφή του και αγκρίωσε το ζωντανό σε μία κερατσίνα πιο δίπλα από την Αγία Παρασκευή κάνοντας το σταυρό της και ζητώντας τη βοήθειά της.
Κατηφόρισε πεζή και έφτασε στο νότιο μέρος της Πλατείας, όχι μακριά από το πέτρινο γεφύρι που ένωνε τις δύο πλευρές της Ρεματιάς.
Εκεί ήταν το Παντοπωλείο του Πολυμενάκου , που είχε όλα τα αγαθά της εποχής εκείνης. Ο κυρ Γιώργης δέχτηκε με πολύ ευγένεια και καλωσύνη την κόρη, αφού υπήρχε και ένα είδος κουμπαριάς από την οικογένεια της συζύγου της με καταγωγή από Ασωπό. Μέσα στο μαγαζί βρίσκονταν αρκετοί πελάτες. Μάλιστα ένας νεαρός γύρο στα είκοσι πέντε του χρόνια, της κίνησε την περιέργεια, γιατί την κύτταζε ερευνητικά. Ο καταστηματάρχης τακτοποίησε τον λογαριασμό από οφειλή, λόγω αγοράς τυριού , και έδωσε τα χρήματα. Η κόρη ψώνισε διάφορα είδη μπακαλικής και συνάχισε για τα παπούτσια και τα είδη ρουχισμού περνώντας το καλοχτισμένο με ωραίες πελεκητές πέτρες ψηλό γεφύρι, για την απέναντι πλευρά της Πλατείας.
Έγιναν και τα δεύτερα ψώνια στο πλαίσιο της γεναιόδωρης σύστασης του πατέρα της: Να ψωνίσεις και ό,τι χρειάζεσαι ηια τον εαυτό σου.
Δεν είχε άλλους λόγους παραμονής στην πλατεία και πήρε τον δρόμο της επιστροφής ανηφορίζοντας προς την Αγία Παρασκευή.
Φόρτωσε στο ζώο τα ταγάρια με τα ψώνια και πήρε πάλι τον ανηφορικό δρόμο. Αυτή τη φορά ακολουθούσε πεζή το γαιδουράκι.
Δεν είχε προχωρήσει πολύ και νάσου παρουσιάστηκε μπροστά της , από κάποιο μονοπάτι, ο νεαρός του καταστήματος . Τον αναγνώρισε αμέσως. Η μόνη διαφορά ήταν τσ μαύρα γυαλιά που φορούσε τώρα. Ευθύς ακολούθησε ο διάλογος:
_ Γειά σου, δεσποινίς!
_ Γειά σου !
_ Πού πας, ρε κοπελιά;
_ Πάω στη Γλυκόβρυση.
_ Θα πάμε μαζί μέχρι πιο πάνω.
_ Πού πας, για καλό ρώτημα;
_ Πάω μέχρι του Κοτσώνα .
_ Τί θα κάνεις, αν επιτρέπεται;
_ Θα πάρω μερικά σφαχτά. Είμαι χασάπης !
Η κουβέντα σταμάτησε και προχωρούσαν σχεδόν αμίλητοι. Φτάνοντας όμως στη μικρή διακλάδωση, που έστριβε το μονοπάτι αριστερά προς του Κοτσώνα, δεν έστρψε, αλλά συνέχισε να την ακολουθεί.
_ Τον δρόμο του Κοτσώνα τον προσπεράσατε!
_ Δεν πειράζει θα πάω μέχρι πιο πάνου!
Πέρασε το πιο πάνου και το πιο πάνου και ο νεαρός ακολουθούσε σχεδόν σε κοντινή απόσταση. Πήραν την κατηφόρα προς τη Μυρτίτσα. Η κόρη άρχισε να υποψιάζεται. Έβαλε άσχημες σκέψεις στο μυαλό της. Δεν υπήρχαν άλλοι περαστικοί, όπως το πρωί. Μόνο ένα κοπάδι γίδια κατηφόριζε κάπως μακριά. Σε μια μεγάλη πέτρα ζύγωσε το ζώο και καβαλίκεψε. Αισθανόταν πιο ασφαλής.
Περνώντας τη ρεματιά με την πηγούλα, συνέχισαν τον δρόμο στην πλαγιά. Ο νεαρός όλο και πλησίαζε αναψοκοκκινισμένος και άρχισε να κάνει διάφορες ερωτήσεις: Ξέρεις καμιά κοπέλλα καλή να την πσντρευτώ; Εσύ ανεβαίνεις με τα γίδια στο βουνό;
Αφού μπήκαν στο ανάσκελο και φάνηκε και δεύτερο κοπάδι γίδια, κατάλαβε ότι δεν έχει άλλο περιθώριο να εκπληρώσει τις προθέσεις του. Πλησίασε τα χέρια του να τ' ακουμπήσει στο μηρό της κόρης. Εκείνη όμως είχε διαισθανθεί τους σκοπούς του και είχε βγάλει το χλωρό ραβδί που είχε στερεωμένο στο σαμάρι για το ζώο. Ήταν έτοιμη για άμυνα . Και καθώς άπλωνε το χέρι του με κάτι γλυκόλογα, και με τη φράση: " Δε μπορεί νά ρθω τόσο δρόμο και να φύγω έτσι, δέχτηκε μία γερή ματσουκιά με όλη τη δύναμη της κοπέλας . Συγχρόνως άρχισε να φωνάζει δυνατά: " Θεία Μαριώ_ θεία Μαριώ " το όνομα μιας χωριανής της που είχαν τη στάνη πιο χαμηλά. Όχι βέβαια ότι θα την άκουγε, αλλά περισσότερο για εκφοβισμό. Μόνο κάποια σκυλιά άρχισαν να γαυγίζουν ακούγοντας τις φωνές. Δεν ξανάπλωσε το χέρι του. Εκτόξευσε όμως διάφορες απειλές: " Τώρα μου γλίτωσες, αλλά θα σε κανονίσω άλλη φορά." . Εκείνος πήρε το πισάγναρο κι η κόρη συνέχισε τον δρόμο εμφανώς ταραγμένη.
Έφτασε στη στάνη. Ο πατέρας έλειπε με το κοπάδι. Ήταν ή μαννα με τα μικρότερα αδέρφια. Η ταραχή δεν είχε φύγει σπό το πρόσωπό της. Το ένστικτο της μάννας. κατάλαβε ότι κάτι συμβαίνει. Τη ρώτησε επίμονα τί είχε συμβεί. Της εξήγησε τα καθέκαστα. Την παρακάλεσε να μην το πει στον πατέρα, γιατί θα έψαχνε να τον βρει και θα γινόταν μεγάλη φασαρία, ίσως και κακό. Η μάννα , υπάκουη πάντα στον άντρα της, θεώρησε καλό να τον ενημερώσει.
Όταν γύρισε ο πατέρας στη στάνη, ενημερώθηκε με λεπτομέρειες για το συμβάν. Η πρώτη ερώτηση ήταν, αν την είχε πειράξει. Της είχε μεγάλη εμπιστοσύνη και υιοθέτησε όλα, όπως του τα είπε. Έγινε όμως άγρια θάλασσα με τη συμπεριφορά του νεαρού: " Θα τον βρω και θα του βγάλω το τομάρι! Ακούς εκεί να μου πειράξει εμένα κορίτσι! Εμ δεν ήξερε με ποιον έμπλεξε, αλλά τώρα θα μάθει" Και πράγματι είχε πέσει σε δύσκολη περίπτωση ο δήθεν χασάπης!
Οι απειλές του πατέρα της δεν ήταν κούφια λόγια και λόγια της στιγμής. Ήταν γνωστός σ' ολόκληρη την επαρχία για τη σωματική του δύναμη και το θάρρος του. Εκεί σ' εκείνη τη γειτονιά πριν λίγα χρόνια είχε πνίξει το λυσσασμένο τσσκάλι σφίγγοντάς το στο λαιμό και ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος του είχε κρεμάσει τρία μετάλλια στο Παναθηναικό Στάδιο το 1932, όταν στα πλαίσια της ελληνοτουρκικής φιλίας, είχε αγωνιστεί , ως στρατιώτης, και είχε νικήσει τον Τούρκο αντίπαλό του στην ελληνορωμσική πάλη και σε άλλα συλλογικά αθλήματα , όπως αυτό της διελκυδτίνδας.
Την άλλη μέρα πρωί_ πρωί είχαν φτάσει στο Σταθμό της Χωροφυλακής, που ήταν στην Πλατεία Μολάων. Συνάντησαν τον Διοικητή και του εξήγησσν την υπόθεση. Εκεί υπηρετούσαν και δύο λεβέντες χωροφύλακες , που είχε φιλοξενησει πολλές φορές η οικογένεια στην Κρεμαστή, όταν υπηρετούσαν εκεί. Ο πατέρας άνθρωπος της φιλοξενίας είχε πολύ καλές σχέσεις μαζί τους. Αμέσως πήραν διαταγή να αρχίσουν την έρευνα. Ο πρώτος που επισκέφθηκαν ήταν ο καταστηματάρχης Πολυμενάκος. Τους βεβαίωσε ότι : " Πράγματι χθες πέρασε ένας νεαρός από την Ελιά και μάλιστα άφησε το ταγάρι του με τα ψώνια και ήρθε και το πήρε το βραδάκι. Ξέρω και το όνομά του. Είναι από καλή οικογένεια.". Αυτό ήταν. Αμέσως με αυτοκίνητο πήγαν στην Ελιά και αναζήτησαν το σπίτι του Κ.......Βρήκαν τον πατέρα του και τον ρώτησαν για τον γιο του πού είναι και πού ήταν χθές. Αναζητήθηκε και σε λίγο ήρθε και ο νεαρός. Η ίδια ερώτηση και η ίδια απάντηση. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Είχε κάνει αλυσίδα λαθών! Είχε αφήσει για ώρες το ταγάρι του με τα ψώνια στο μαγαζί. Δεν είχε αλλάξει ρούχα, που ταίριαζαν με την περιγραφή της κοπέλλας, και το χειρότερο δεν ήξερε σε ποια πόρτα είχε χτυπήσει.
Παρά τις μικροαντιρρήσεις του μεταφέρθηκε στους Μολάους. Τον έκλεισαν σ' ένα δωμάτιο και κάλεσαν την κόρη για αναγνώριση. Την οδήγησαν σε τρία δωμάτια. Σε κάθε δωμάτιο ήταν και από ένας. Στην ερώτηση " Τον γνωρίζεις αυτόν" η απάντησις ήταν αρνητική στα δύο πρώτα δωμάτια. Στο τρίτο δωμάτιο προτού γίνει η ερώτηση ήρθε η απάντηση: " Αυτός είναι! Αυτό το κάθαρμα! ".
_ Είσαι σίγουρη;
_ Πάρα πάνω από σίγουρη! Σαν να με ρωτάς, αν γνωρίζω εσένα, Παναγιώτη!
_ Τώρα άστε τον σε μας!
Ξαναμπήκαν στο γραφείο του Διοικητή.
. Ο χωροφύλακας τον ενημέρωσε με λίγα λόγια ότι είχε αναγνωριστεί ο δράστης. Ο Διοικητής σηκώθηκε και συγχάρηκε την κοπέλα για την περήφανη στάση της και για τη συνεργασία.
Ο Παναγιώτης συνόδεψε την κόρη προς την έξοδο. Εκεί είχε καταφτάσει και η γυναίκα του νεαρού. Μόλις την είδε που τη συνόδευε ο χωροφύλακας της είπε:
_ Εσύ είσαι που ξελόγιασες τον άντρα μου;
_ Άντρας σου είναι; Να τον χαίρεσαι!
Είπε και άλλες προσβλητικές φράσεις και η κόρη πνιγμένη από το δίκης της, σήκωσε μία μεγάλη καρέκλα , που βρέθηκε μπροστά της να τη χτυπήσει. Ο Παναγιώτης την κράτησε λέγοντάς της : " Τώρα θα τους κανονίσουμε εμείς! ".
Δίπλα ήταν και ο πατέρας του. Απευθύνθηκε με συνετά και ήρεμα λόγια : " Ξέρω, παιδάκι μου, ο γιος μου είναι ένοχος. Πήγε να σου κάνει κακό. Έχει δύο παιδάκια. Να μην τον κλείσουν φυλακή. Να σου δώσω όσα χρήματα θέλεις. Σου ζητώ χίλια συγγνώμη". Και η απάντηση: " Δε θέλω χρήματα. Η ψυχική οδύνη που πέρασα δεν πληρώνεται με τίποτα!".
Με την παρέμβαση και άλλων παραγόντων της κοινωνίας των Μολάων η υπόθεση έκλεισε και προς χάριν των μικρών παιδιών του._
[ 1) Η διήγηση αφιερώνεται στο γυναικείο φύλλο που ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ σε βίαιες επιθέσεις ανδρών , 2) Το κεντρικό πρόσωπο της διήγησης ανήκον στον οικογενειακό μας κύκλο " ζει και βασιλεύει " ως μία ενδιαφέρουσα
μορφή χαίρουσα σεβασμού και εκτίμησης ι 3) Η φωτογραφία ανήκει στη κόρη κάπου στα 20 χρόνια της .και 4) Το κείμενο ανήκει σε υπό έκδοσιν βιβλίο μου με τίτλο: " Τα Οδωνυμικά των Μολάων_ Και όχι μόνον ". ]





Νεότερη Παλαιότερη

نموذج الاتصال