
Ας γίνουμε επιτέλους επικίνδυνα ειλικρινείς, πράγμα που στην εποχή μας θεωρείται ούτως ή άλλως είδος εν ανεπαρκεία.
Όταν ακούτε τους φιλελεύθερους αναλυτές να απορούν με εκείνο το γνωστό, αμήχανο ύφος για το «πώς επιστρέφει ο φασισμός», να χαμογελάτε πονηρά. Γιατί ο φασισμός δεν «επιστρέφει» ποτέ. Δεν έφυγε ποτέ για να επιστρέψει. Δεν είναι ένας εξωγήινος εισβολέας που προσγειώνεται ξαφνικά στο τοπίο της αγγελικά πλασμένης δημοκρατίας μας, ούτε μια προσωρινή «παρέκκλιση» ή μια συλλογική «τρέλα» των λαών. Ο φασισμός είναι γήινος. Πολύ γήινος. Είναι γέννημα και θρέμμα του αγαπημένου μας καπιταλισμού.
Αν ο καπιταλισμός είναι η μηχανή που παράγει τα πάντα, από οδοντόκρεμες μέχρι πολέμους, ο φασισμός είναι η βαλβίδα ασφαλείας αυτής της μηχανής. Και οι φασίστες; Οι φασίστες είναι το τελικό προϊόν του εργοστασίου. Ας δούμε λοιπόν πώς στήνεται αυτή η γραμμή παραγωγής, χωρίς τα μελοδραματικά προπετάσματα καπνού των αστών ιστορικών.
Ο Μαρξ, αυτός ο ορθολογιστής γέρος που ακόμα κάνει τους τραπεζίτες να ιδρώνουν στον ύπνο τους, μας έμαθε το απλό, η υλική βάση καθορίζει το εποικοδόμημα. Όταν λοιπόν ο καπιταλισμός περνάει τις δομικές, αναπόφευκτες κρίσεις του, όταν τα ποσοστά κέρδους πέφτουν και το σύστημα αρχίζει να τρίζει, ο κόσμος της εργασίας φτωχοποιείται.
Εδώ όμως συμβαίνει το μεγάλο κόλπο. Ο εργάτης, όταν πεινάσει και συνειδητοποιήσει την ταξική του θέση, γίνεται επικίνδυνος. Γίνεται επαναστάτης. Ο μικροαστός όμως; Α, ο μικροαστός είναι το ιδανικό υλικό για το εργαστήριο του φασισμού.
Ο μικροαστός δεν φοβάται απλώς τη φτώχεια, φοβάται την έκπτωση. Φοβάται μην εκπέσει στην τάξη των προλετάριων, εκεί θα χάσει την «καθαρότητα» και το στάτους του. Είναι γεμάτος από αυτό που θα λέγαμε «μικροαστικό πανικό». Δεν έχει την ταξική συνείδηση του εργάτη, ούτε τα κεφάλαια του αστού. Είναι μετέωρος, φοβισμένος και, ως εκ τούτου, βαθιά αντιδραστικός.
Ο φασισμός παίρνει αυτόν τον φοβισμένο ανθρωπάκο, του χτυπάει την πλάτη και του λέει: «Δεν φταις εσύ που καταστρέφεσαι. Δεν φταίει το σύστημα. Φταίνε αυτοί που είναι πιο κάτω από εσένα. Φταίει ο ξένος, φταίει ο απεργός, φταίει ο διαφορετικός, φταίει ο Εβραίος, φταίει ο κομμουνιστής». Κι έτσι, ο τρόμος της φτώχειας μετατρέπεται σε μίσος για τον αδύναμο.
Ας καταρρίψουμε κι έναν μύθο, ο φασισμός δεν είναι «αντισυστημικός». Αυτό είναι το μεγαλύτερο ανέκδοτο που κατάφεραν να πουλήσουν οι φασίστες στους αδαείς.
Όταν η αστική τάξη νιώθει ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν επαρκεί πια για να κρατήσει τον λαό υπό έλεγχο, όταν οι απεργίες πυκνώνουν, οι διεκδικήσεις σοβαρεύουν και το κέρδος απειλείται, πετάει τη μάσκα του φιλελευθερισμού. Τότε θυμάται τους «λεβέντες» με τα μαύρα μπλουζάκια.
Όπως έγραφε ο Μπρεχτ, η σπίθα του φασισμού τρέφεται από τα καζάνια των μεγάλων βιομηχάνων. Ιστορικά, στην Ιταλία του Μουσολίνι και στη Γερμανία του Χίτλερ, το μεγαλοκεφάλαιο, οι βιομήχανοι και οι τραπεζίτες ήταν αυτοί που χρηματοδότησαν τα τάγματα εφόδου. Γιατί; Διότι ο φασισμός κάνει για την εργοδοσία τη βρώμικη δουλειά, τσακίζει τα συνδικάτα, εξαφανίζει τις απεργίες, παγώνει τους μισθούς και μετατρέπει την εργατική τάξη σε ένα πειθαρχημένο, αμίλητο κοπάδι. Ο φασισμός είναι ο καπιταλισμός χωρίς τα γάντια. Είναι η αστική εξουσία όταν αποφασίζει να φορέσει σιδερογροθιά.
Πώς όμως πείθεις έναν εξαθλιωμένο άνθρωπο να υποστηρίξει το σύστημα που τον εξαθλιώνει; Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο μηχανισμός της ψευδούς συνείδησης. Αντί για την ταξική αλληλεγγύη («Εργάτες όλων των χωρών, ενωθείτε»), ο φασισμός προτείνει την εθνική σύμπνοια («Πλούσιοι και φτωχοί, είμαστε όλοι παιδιά της ίδιας πατρίδας»). Πρόκειται για την απόλυτη απάτη. Ο φασισμός υπόσχεται στον ρακένδυτο ότι, ακόμα κι αν δεν έχει να φάει, είναι «ανώτερος» επειδή ανήκει σε ένα «περιούσιο έθνος» ή σε μια «ανώτερη φυλή». Του προσφέρει μια επίπλαστη υπερηφάνεια για να υποκαταστήσει την άδεια του τσέπη.
Η θρησκεία, η πατριδοκαπηλία, προγονολατρεία και ο μιλιταρισμός
επιστρατεύονται. Ο φασίστας δεν σκέφτεται, αισθάνεται. Και αισθάνεται μόνο όσα του επιτρέπει η κρατική ή παρακρατική προπαγάνδα. Η πολιτική παύει να είναι ορθολογική διεκδίκηση και μετατρέπεται σε θρησκευτική τελετουργία, σε παρελάσεις, σε λαμπαδηφορίες και σε κραυγές μίσους.
Ο Μαρξισμός δεν αγνοεί την ψυχολογία, απλώς την ερμηνεύει υλιστικά. Ο άνθρωπος που ζει μέσα στη βία της καθημερινής εργασιακής εκμετάλλευσης, που νιώθει αδύναμος και ασήμαντος απέναντι στο τέρας της αγοράς, αναζητά διέξοδο. Ο φασισμός του προσφέρει μια φαντασιακή ισχύ. Του δίνει μια στολή, ένα ρόπαλο, μια ομάδα. Τον μετατρέπει από «τίποτα» σε οργανικό μέλος μιας «σιδερένιας γροθιάς». Ο υποταγμένος στον εργοδότη του μετατρέπεται σε τύραννο του μετανάστη. Η βία γίνεται αυτοσκοπός, γιατί μέσω της βίας ο ανίσχυρος νιώθει, για πρώτη φορά στη μίζερη ζωή του. ισχυρός.
Για να τελειώνουμε λοιπόν με τις αυταπάτες: όσο θα υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, όσο ο πλούτος θα συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια και η φτώχεια θα μοιράζεται στους πολλούς, η βιομηχανία παραγωγής φασιστών θα δουλεύει στο φουλ.
Ο φασισμός δεν καταπολεμιέται με στέρφες ηθικολογίες, ούτε με παράκληση στη «νομιμότητα» των ιδίων θεσμών που τον εκτρέφουν. Καταπολεμιέται μόνο όταν χτυπηθεί η ρίζα του: το ίδιο το οικονομικό σύστημα που τον γεννά και τον χρειάζεται. Όλα τα άλλα, φίλοι μου, είναι απλώς λόγια για να περνάει η ώρα στα αστικά σαλόνια. Και η ώρα περνάει γρήγορα, μέχρι να ακουστούν ξανά οι μπότες στο πεζοδρόμιο.
























.jpg)




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου