Από την άλλη άκρη της γραμμής.
-Εδώ Τάκης Μανάκος...
και γέμιζε η μέρα καλοσύνη και χαμόγελα.
Σήμερα έφυγε ένας σπουδαίος Βατικιώτης.
Ένας μεγάλος Ανδρας.
Θα μου λείψεις απίστευτα, θείε Τάκη.
Εσύ και η αγάπη σου για τα Βάτικα και για όλα όσα δεν άφησες ποτέ να πεθάνουν.
Δεν ξέρω πως το κατάφερνες.
Ήταν όλα για πάντα ζωντανά, όταν εσύ μιλούσες.
Ήταν ζωντανές οι μνήμες.
Δεν ήταν πια μνήμες...
Η μητέρα, ο πατέρας, η ποταμιά των παιδικών μας χρόνων.
Πόσα πολλά έχασαν τα Βάτικα σήμερα, θείε Τάκη.
Πόσα πολλά, σου οφείλουν τα Βάτικα.
Σε ευχαριστώ για όλα.
Μα πιο πολύ που κατάφερες να νικήσεις τον θάνατο μέσα μου, παίρνοντας την θέση της μητέρας, όταν εκείνη έφυγε.
Και το έκανες με παιδική μαεστρία.
Τι μυστική στιχομυθία μεταξύ μας.
Και πως τα κατάφερες, ακόμα δεν το έχω καταλάβει.
Εσύ να βρεις σε μένα την Χρυσούλα και εγώ σε εσένα εκείνη, αναγνωρίζοντας και οι δύο πολύ καλά ότι δεν ήμουν, ήσουν εκείνη.
Τι μαγική τράμπα αθανασίας και τι αίσθηση παιδικής αθωότητας, σε διακατείχε θείε Τάκη.
Πως άνοιγε η ψυχή σου, στην απεραντοσύνη του κόσμου και τους φιλοξενούσες όλους μέσα σου ανθρώπους, γειτονιές, εποχές, τραγούδια, Ελλάδα, την εθνική ιστορία μας, τους ποιητές μας.
Πόση ενσυναίσθηση σε διακατείχε, πόση ευφυέστατη αίσθηση των πραγμάτων...
Και πόσο Έλληνας ήσουν θείε Τάκη, πόσο αληθινά Έλληνας!!!
Στον φάκελο που μου είχες στείλει βρήκα και αυτό.
Σε περιγράφει ο ποιητής μας ο Γιώργος ο Παπούλιας.
Με αυτό επιλέγω να σε αποχαιρετήσω, αγαπημένε μου.
Ξέρω ότι έχεις μπεις στην αιώνια φωτεινή χρονοδίνη του κάβου μας.
Όχι, ότι είχες φύγει ποτέ από εκεί.
Υπήρχες αιώνες πριν έρθεις εκεί και αιώνες θα υπάρχεις.
Ορισμένες φορές ένοιωθα πως εδώ υπάρχει μόνο μια φωτεινή προβολή σου, μύστη θείε Τάκη.
Καλή σου επιστροφή στο Φως θείε...
Θα βρεις τον Πανταζή, τον Γιώργο και την Χρυσούλα εκεί...
Κουράγιο και δύναμη στην γλυκύτατη εξαιρετική κυρία σου, στην οικογένειά σου...
ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΝΤΥΘΗΚΕ ΝΑΥΑΡΧΟΣ
(του Γιώργου Παπούλια για τον ναύαρχο Τάκη Μανάκο - εφημερίδα τα Βάτικα)
Τούτες οι λίγες σειρές γράφονται για εκείνους που φορούν φυλαχτό την εικόνα της Βατικιώτικης πατρίδας και τους ανθρώπους της, που απογειώνονται εύκολα στις στροφές ενός ζεϊμπέκικου, που δακρύζουν ακόμα από νοσταλγία και συγκίνηση ακούγοντας το «Μπαρμπούνι μου, θαλασσινό..» από τα χείλη της Αναστασίας Μουτσάτσου.
Για εκείνους που πραγματικά χαίρονται –πράγμα λίγο δύσκολο- για τα χαρίσματα και τις αρετές των άλλων.
Αν αναπάντεχα πάρεις έναν χοντρό φάκελο με ταχυδρομείο, γιομάτο με φωτοτυπίες από σελίδες ναυτικής δόξας και μνήμης από τα αρχαία Ελληνάκια που αλώνιζαν στα παράλια της Μεσογείου ως τον Κουντουριώτη και τον Λάσκο, με φωτογραφίες Βατικιώτικων σπιτιών, βράχων και προσώπων που τα λεηλάτησε ο χρόνος, με επιστολή στην ελληνική γλώσσα χωρίς να βγάζεις τα γράμματα, χωρίς να καταλαβαίνεις λέξη – λες και είναι συνταγή από γιατρό… μην ανησυχείς.
Αν νομίζεις ότι στο μπάνιο του σπιτιού σου μπήκε κάποια χαριτωμένη φώκια και με πλάτσα –πλούτσα , τα νερά φτάνουν στον διάδρομο και στις σκάλες … μην τρομάξεις.
Αν τον βλέπεις σε κηδείες, νοσοκομεία και μνημόσυνα, σε σημείο να κλονίζεται το πολύχρονο μονοπώλιο και το καλό όνομα της Γεωργίας του Μπούρμπουλα, γιατί αυτός κινείται σε σχεδόν πανελλήνιο επίπεδο… μη σταυροκοπηθείς.
Αν τον δεις ξαφνικά στη Νεάπολη – αν και δεν έρχεται τακτικά λόγω φόρτου ανθρωπιστικής δραστηριότητας- να παίρνει αμπάριζα αρχίζοντας από την Ελίκα, και να φιλά όλον τον κόσμο με προτίμηση τις κυρίες κάποιας ηλικίας .. μην αναρωτηθείς.
Αν τον ακούσεις με πληθωρικό χιούμορ και παιδική πρόθεση να σου διηγείται την γνωστή ιστορία για τα τρία κακά των Βατίκων και να σου αποδεικνύει πως από τα τρία κακά μόνο οι βοριάδες μείνανε … μην απορήσεις.
Αν τον προσκαλέσεις για δείπνο σπίτι σου και ενώ τον αναμένεις στην πόρτα, αυτός σου μπει σαν γάτος από το παράθυρο … μην φοβηθείς.
Αυτός είναι.
Αν ακούσεις πως η μοναδική του αποτυχία, ήτανε τότες που γύμναζε στην Σούδα τον υποκελευστή Μουτσάτσο πάνω στο πολεμικό Ηφαιστος και αντί αυτός να γίνει ένας καλός ναυτικός, μας προέκυψε ένας άριστος αμπελουργός με το καλύτερο ιδιωτικό κρασί στην περιφέρεια… μην αναρωτιέσαι, το ίδιο πρόσωπο εννοούμε.
Αν γίνεται λόγος για κάποιον απόμαχον που όλο αποστρατευόταν και όλο τον ανακαλούσαν στην Υπηρεσία, πως είναι ο άρχοντας ενός εθνικού ιστορικού αρχείου μνήμης και ναυτικής υπερηφάνειας, πως σε αυγουστιάτικο ξημέρωμα στο «ΚΑΡΝΑΓΙΟ» δίδασκε με ανάλογες κινήσεις και κανονισμούς την, σε στάση προσοχής υπαξιωματικό Κατερίνα, να χαιρετά σωστά έναν ναύαρχο, πως το στυλ και η κομψή κορμοστασιά του έχει κάτι από τους παλιούς γόητες του σινεμά και απ΄την ομορφιά ελληνικής θάλασσας, πως στα μάτια το έχει συσσωρευθεί όλη η αθωότητα των παιδικών μας χρόνων, πως δεν κοστολογεί ποτέ το τρανταχτό χαμόγελό του, πως είναι σε θέση ακόμα και την έρημο αν βρεθεί να την γεμίσει κόσμο… τότε ναι σιγουρά…είναι αυτός…
ο Τάκης ο Μανάκος!
Ο ελάχιστος θεραπευτής της καθημερνής πίκρας και μιζέριας μας, λες και είναι γιος της αδερφής Τερέζας.
Ο μάγος της παρηγορίας και της ελπίδας μας και εγώ αναρωτιέμαι πως στους ώμους του αντέχει τόσο βαριά φορτία αγάπης και δημοφιλίας και είναι ταυτόχρονα τόσο ευκίνητος.
Ο Τάκης ο Μανάκος, ο Φραγκίσκος της δικιάς μας Ασίζης , ο πρώτος μας πολίτης που διατρέχει τον χρόνο μ’ένα λουλούδι και ένα φιλί φτάνει βαθιά στις καρδιές μας τις Βατικιώτισσες.
Η ανθρωπιά μας, η αισιοδοξία μας, το αφοπλιστικό χαμόγελο του Βατικιώτικου κόλπου σε ώρες μαγιάτικου πρωινού.
Αγάντα Τάκη.
αγάντα κορόνα μας με το διάφανο πρόσωπο κόντρα στις άγριες μεσσιάνικες μέρες μας, κόντρα σε φανατικά ουρλιαχτά λύκων έξω από τις αυλές του Διονύσου και του Επίκουρου, έξω απ’την πόρτα των Θεών και των Ελλήνων
Αγάντα Τάκη να σ’έχω να σου λέω για τα άλλα μάτια μου τα κρυφά που δε τα βλέπει ο καθένας, να μ’έχεις να μου λες για ρέλια και λινάρια, για πίσσες και καταστρώματα.



























.jpg)





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου